ἀχηνία


ἀχηνία
ἀ-χηνία, Armut, Mangel

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἀχηνία — ἀχηνίᾱ , ἀχηνία need fem nom/voc/acc dual ἀχηνίᾱ , ἀχηνία need fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αχηνία — ἀχηνία, η (Α) έλλειψη, ανάγκη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αχήν. Το ᾰ του τ. ᾰχηνία οφείλεται σε παρετυμολογική επίδραση του ᾰ στερητικού)] …   Dictionary of Greek

  • ἀχηνίᾳ — ἀχηνίαι , ἀχηνία need fem nom/voc pl ἀχηνίᾱͅ , ἀχηνία need fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχηνίαν — ἀχηνίᾱν , ἀχηνία need fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχηνίαις — ἀχηνία need fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχηνίῃ — ἀχηνία need fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ахинея — напыщенная, сумбурная речь, бессмыслица , укр. ахинея – то же. Семинарское слово, вероятнее всего, из греч. ἀθηναῖος афинский ; ср. ст. слав. аθинѣи ἀθηναῖος (Супр.), сербск. цслав. афиниискъ, откуда: ахинейская премудрость. Выражение могло быть… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.